Από τη στιγμή που τα escape rooms εισήγαγαν ηθοποιούς στα δωμάτια, η εμπειρία άλλαξε ριζικά. Μπήκε στο παιχνίδι το immersion, εκείνη η αίσθηση που νιώθεις ότι αυτό που παίζεις, σε αφορά. Είναι εκείνη η στιγμή που νιώθεις ότι βυθίζεσαι σε έναν άλλο κόσμο. Ότι δεν παίζεις απλώς, αλλά ζεις μια εμπειρία.
Ήταν σχεδόν αναμενόμενο μετά την εισαγωγή των ηθοποιών στα δωμάτια απόδρασης ότι η νέα τάση θα ήταν το horror (αργότερα με τα δικά του sub-genres), ειδικά για το ελληνικό κοινό, που διψάει για σασπένς, ανατριχίλες και ιστορίες που τρομάζουν. Το έχουμε ξαναπεί άλλωστε: Ο τρόμος, είναι θα έλεγε κανείς στο DNA των Ελλήνων.
Δείτε επίσης: Γιατί υπάρχουν τόσα δωμάτια τρόμου στην Ελλάδα;
Κανείς όμως δεν περίμενε ότι αυτό που κάποτε ξεκίνησε σαν μια εμπειρία που πρέπει να στύψεις το μυαλό σου για να λύσεις γρίφους θα εξελισσόταν σε κυνηγητά μέσα σε στοιχειωμένα σπίτια, σιγανές ανάσες κάτω από τραπέζια ή μέσα σε ντουλάπες, για να “γλιτώσεις” από έναν “δολοφόνο” που σε κυνηγά. Και δυστυχώς, για πολλούς, το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης έγινε το κατά πόσο τρόμαξαν την ώρα που έπαιζαν.
Όταν ένα δωμάτιο αυτοπροσδιορίζεται ως “δωμάτιο τρόμου”, η δουλειά του είναι να τρομάξει. Σε αυτό συμφωνούμε. Αλλά ποιος βάζει τη μπάρα; Πώς δουλεύει το “horror meter”; Και γιατί θεωρούμε ότι αν εμείς δεν τρομάξαμε, αυτό αυτομάτως αφαιρεί credits από το δωμάτιο;

Ο φόβος είναι καθαρά υποκειμενικός. Κάθε άνθρωπος τρομάζει διαφορετικά, ανάλογα με τις εμπειρίες του και τις προσωπικές του προσλαμβάνουσες. Κάποιος που φοβάται τα σκυλιά, τα φοβάται σύνήθως λόγω μιας παλιάς εμπειρίας. Στο αν κάποιος φοβάται φαντάσματα, πνεύματα ή εξορκισμούς, καθοριστικό ρόλο παίζει το πόσο πιστεύει σε υπερφυσικά ή θρησκευτικά φαινόμενα. Ακόμα και τα jump scares παρατηρούμε ότι άλλους τους κάνουν να πετάγονται μέχρι το ταβάνι ουρλιάζοντας, ενώ άλλοι δεν ανοιγοκλείνουν καν τα μάτια τους όταν συμβαίνει.
Το να κρίνουμε ένα δωμάτιο σύμφωνα με δικά μας βιώματα ή standards, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα δε θα είναι τα ίδια με αυτά του δημιουργού του παιχνιδιού, δεν είναι απλώς προβληματικό. Είναι σχεδόν ναρκισσιστικό. Γιατί η δική μας άποψη έχει περισσότερη αξία από αυτό που ήθελε να μας περάσει ο δημιουργός;
Αν για σένα “αριστούργημα” σημαίνει ότι ένας τρομακτικός ηθοποιός σε κλείνει σε ένα κλουβί 2×2, σε κυνηγάει με πραγματικό taser ή σου σκίζει τα ρούχα (πραγματικά περιστατικά), έχεις κάθε δικαίωμα να το πιστεύεις. Αλλά τότε μιλάμε για αντοχή και σοκ, όχι για την ποιότητα της εμπειρίας. Γιατί άλλο το να δοκιμάζεις τα όριά σου σωματικά, κι άλλο το να αξιολογείς ένα παιχνίδι ως καλλιτεχνικό, αφηγηματικό και σχεδιαστικό σύνολο. Και τα δύο είναι θεμιτά, απλώς δεν είναι το ίδιο πράγμα, ούτε μπορούν να μπουν στην ίδια ζυγαριά.

Ποια είναι η άποψή σου για τα σκηνικά, τη ροή, την ιστορία, το gameplay; Για το immersion, τα εφέ, για τον φωτισμό, τον ήχο και το acting των ηθοποιών; Οι γρίφοι ήταν λογικοί; Ο game master επενέβαινε σωστά; Αυτά είναι τα κριτήρια που έχουν νόημα, τα οποία σαφώς και έχουν κι αυτά να κάνουν με προσωπικά γούστα και προσλαμβάνουσες, ωστόσο υπάρχει μία βασική διαφορά: αφορούν την ολόκληρη την εμπειρία, όχι ένα μεμονωμένο συναίσθημα. Δεν μετρούν απλώς αν τρόμαξες, αλλά πώς σε κράτησε ένα δωμάτιο μέσα στον κόσμο του. Είναι κριτήρια που επιτρέπουν διάλογο, σύγκριση και ουσιαστική κριτική, όχι ένα ναι ή ένα όχι βασισμένο στη στιγμιαία αδρεναλίνη. Γιατί ο φόβος κάποια στιγμή περνάει, η συνολική εμπειρία όμως είναι αυτή που θυμάσαι για καιρό.
Διαβάστε επίσης: Κριτικές δωματίων: Πόσο αντικειμενικές είναι τελικά;
Και τελικά, γιατί πρέπει όλα τα escape rooms να είναι τρομακτικά; Ένα παιχνίδι με τρία jump scares δεν είναι κατώτερο από ένα με είκοσι. Επίσης, δεν είναι όλα για όλους. Όπως συμβαίνει για παράδειγμα και στον κινηματογράφο. Υπάρχει ο τρόμος της “6ης αίσθησης” και του “The Others”, υπάρχει αυτός του “Εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες” κι υπάρχει κι αυτός του “Εξορκιστή” και του “Conjuring”. Όλες οι παραπάνω ταινίες, θεωρούνται τρόμακτικές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όμως η καθεμιά τους, τον υιοθετεί διαφορετικά τον τρόμο. Και αλήθεια, βρίσκω απίθανο κάποιος να θεωρήσει το “The Others” κακή ταινία επειδή δεν τον…τρόμαξε.
Φυσικά, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αν μια εταιρία μας έχει συνηθίσει σε κάτι και μετά “αποδυναμώσει” το ύφος της, ίσως κακοφαίνεται. Και το κυριότερο, αν ένα παιχνίδι προσπαθεί τόσο πολύ να γίνει τρομακτικό που φτάνει να μην έχει ταυτότητα ή να παίζει με κλισέ που απογοητεύουν. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δωμάτιο πρέπει να μετριέται με το ίδιο μέτρο.
Τέλος, τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν έχει αξία να πει κάποιος «δεν τρόμαξα». Έχει, αρκεί να συνοδεύεται από γιατί, πώς και σε σχέση με τι. Η προσωπική εμπειρία είναι πάντα θεμιτή (και σεβαστή). Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή γίνεται ο μοναδικός και απόλυτος κριτής μιας συνολικής δουλειάς.
Ας είμαστε ανοιχτοί σε κάθε τι που θέλει να μας πει ο εκάστοτε δημιουργός. Τα escape rooms έχουν φτάσει σε ακραίο σημείο καλλιτεχνικού επιτεύγματος, αγγίζουν πια όρια δραματουργίας και σκηνοθεσίας εφάμιλλης κορυφαίων θεατρικών έργων. Το «δεν τρόμαξα» δεν ακούγεται μόνο ρηχό, όταν αυτό γίνεται σαν κριτική. Ακούγεται και άδικο. Άδικο απέναντι στη δουλειά, το όραμα και την πρόθεση πίσω από το έργο. Γιατί όταν περιορίζεις μια τόσο σύνθετη εμπειρία σε ένα και μόνο συναίσθημα, δεν απορρίπτεις απλώς το παιχνίδι, απορρίπτεις τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να σου μιλήσει. Κι αν κάτι αξίζει σήμερα στα escape rooms, είναι να τα “ακούμε” σαν σύνολο, όχι μόνο όταν τρομάζουμε.