Ghost of Yotei – Review

Video Games PlayStation 5 Video Game Reviews

Sucker Punch, ένα studio που έχει αποδείξει από τα πρώτα κιόλας του βήματα οτι δημιουργεί παιχνίδια με βασικό στόχο την ποιότητα και τη φαντασία. Από τίτλους όπως τα Sly Raccoon και τα Infamous, με το magnum opus της που ακούει στο όνομα “Ghost of”.

Η επιστροφή στα τελειώματα της φεουδαρχικής Ιαπωνίας είναι γεγονός, με το Ghost of Yotei, ένα παιχνίδι που ενώ μοιράζεται πολλά κοινά στοιχεία με τον πρώτο τίτλο της σειράς, τα εμπλουτίζει με την καλύτερη υλοποίηση που θα μπορούσε. Η αισθητική απεικόνιση του τίτλου σίγουρα παραπέμπει πιο πολύ σε ταινίες του κινέζικου cinema παρά του Ιαπωνικού όπως έχει προμοτάρει η εταιρία, με ολοζώντανα χρώματα και τοπία. Βέβαια η αυστηρότητα των χαρακτήρων, της μάχης, της ιστορίας και του ύφους του παιχνιδιού προσφέρουν αυτή τη “γκρίζα” αντίθεση και μουντίλα για την οποία φημίζονται οι παλιές Ιαπωνικές παραγωγές που ακολουθούν συνήθως το ταξίδι ενός μοναχικού ronin, η αλλιώς περιπλανόμενου samurai.

Από τον πρώτο κιόλας τίτλο η Sucker Punch απέδειξε οτι ενδεχομένως έχει κάνει κάποια συμφωνία με τον διάβολο προσφέροντας ένα οπτικοακουστικό αποτέλεσμα που ποτέ κανείς δεν περίμενε πως θα ηταν δυνατό να δούμε σε κονσόλα. Από το PS4 και αντίστοιχα πλέον στο PS5 οι developers έχουν υλοποιήσει στο 100% την ισχύ των κονσολών και ακόμα κι έτσι, είναι λες και μετά αυτο το ποσοστό έγινε cranked up στο 200. Το αποτέλεσμα; Χρώματα που παραπέμπουν σε έργο τέχνης, ολοζώντανα πυκνά δάση, βουνά που είναι λες και στέκονται ακοίμητοι φρουροί, λίμνες που νιώθεις πως θα μπορούσες να βουλιάξεις μέσα, καταλύματα στα οποία NPCs ζουν τις καθημερινές δυσκολίες της αφιλόξενης αυτής περιόδου και ατελείωτες πεδιάδες μέχρι εκεί που μπορεί να δεί το μάτι σου. Σε κάθε γωνία του χάρτη υπάρχει πάντα κάτι να εξερευνήσεις: σπηλιές, κάστρα, βωμοί που προσφέρουν μια μυστικιστική γαλήνη.

Η ιστορία αυτή τη φορά ακολουθεί την Atsu, μία πρωταγωνίστρια η οποία αναζητά εκδίκηση για τον θάνατο της οικογένειας της απο τα χέρια των Yotei Six-μία ομάδα samurai με βασικό στόχο την κατάκτηση της περιοχής Ezo, όπου και διαδραματίζεται το παιχνίδι, με τον Lord Saito να κινεί τα νήματα. Πρόκειται για μία ποιητική αφήγηση αγάπης, μίσους, απώλειας και πίκρας, με ανατροπές και σκαμπανεβάσματα η οποία καταφέρνει με το παραπάνω να αποδώσει αυτό που προσπαθεί. Δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, αλλά σίγουρα ξετυλίγεται σαν κουβάρι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ας περάσουμε λοιπόν στο gameplay ξεκινώντας με την εξερεύνηση. Αν νομίζατε οτι ο πρώτος τίτλος είχε ατελίωτα πράγματα να ψάξετε, τότε αυτή τη φορά υπάρχουν ακόμα παραπάνω. Δεν κάνει κάποια ιδιαίτερη καινοτομία στον τρόπο που λειτουργεί το κομμάτι αυτό, ενώ το studio είχε αναφέρει πως αυτή τη φορά το παιχνίδι θα σου δίνει την ελευθερία να ψάξεις μόνος σου. Όχι πως δεν υπάρχει, απλα όπως και ο προκάτοχος του, στη πλειοψηφία σε παίρνει απο το χέρι και σε καθοδηγεί κάπως μόνο του, είτε με σημάδια στον χάρτη, είτε με το guiding wind που είχε ήδη ο προηγούμενος τίτλος, είτε με points of interest και τετράποδους ή ιπτάμενους “φιλους” που θα σε οδηγήσουν κάπου ακολουθώντας τους. Δεν υπάρχει τίποτε κακό σε αυτό, αλλα σίγουρα δεν υπάρχει και κάποια μεγάλη καινοτομία πέρα από ένα πιο dynamic menu και map system. Φυσικά βέβαια δεν το βαριέσαι ποτέ και κάθε φορά κρατάει το ενδιαφέρον σου για το τι θα ανακαλύψεις.

Η μάχη πνέει έναν αέρα ανανέωσης καθώς το combat system έχει εμπλουτιστεί με μια πληθώρα όπλων και skills να αντικαθιστούν την λογική των stances που ένταξε το Tsushima. Κάθε εχθρός χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης αναλόγως το όπλο που χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα ένα πιο έντονο στην αίσθηση και πιο fast paced combat system συγκριτικά με τον προηγούμενο τίτλο. Αίμα, λάσπη, ατσάλι του οποίου αισθάνεσαι κάθε χτύπημα και απόδοση που σε κάνει να νιώθεις ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος που υπάρχει στο Ezo. Μόνο που οι εχθροί σου ακόμα δεν το γνωρίζουν και φυσικά θα το μάθουν με τον “χειρότερο” τρόπο. Προσωπικά δύο παράπονά μου είναι πως το ranged combat είναι οριακά “άχρηστο” και οι φορές που βασίστηκα πάνω του ήταν μετρημένες στα δάχτυλα (σε αντίθεση με το Tsushima) και πως το stealth κομμάτι του παιχνιδιού παραμένει “χαζό” διότι δεν υπάρχει κάποια γερή βάση γύρω απο αυτό, πρόβλημα το οποίο υπήρχε και στον προκάτοχο του. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, δεν υπήρξε ούτε μία μάχη που να μην ευχαριστήθηκα.

Στο ακουστικό κομμάτι υπάρχει μια πιο pop θα έλεγα προσέγγιση, η οποία κολακεύει το παιχνίδι, ταιριάζει απόλυτα με το ύφος και σε κάνει ακόμα πιο pumped up, ειδικά όταν δεν χρειάζεται πλέον να μιλήσει η γλώσσα αλλά το katana σου.

Προτιμώ να κρατήσω σύντομο το review αυτο, όπως το παιχνίδι σας καλεί να εξερευνήσετε κάθε πηχή του κόσμου του, έτσι κι εγώ σας καλώ να ανακαλύψετε όλες τις υπόλοιπες εκπλήξεις που προσφέρει, παίζοντας το. Είναι ένα ζωντανό παράδειγμα του πώς πρέπει να ειναι τα ΑΑΑ games και αν σας άρεσε ο πρώτος τίτλος της σειράς, τότε αυτό σίγουρα θα το λατρέψετε εξίσου, αν όχι παραπάνω…έτσι κι αλλιώς η Sucker Punch αποδεικνύει για άλλη μια φορά οτι τα παιχνίδια της φέρουν την ποιητική της εγγύηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *