Hollow Knight: Silksong – Review

Video Game Reviews

Στις 21 Αυγούστου κατά τη διάρκεια της Gamescom 2025 η Team Cherry αιφνιδίασε τους πάντες ανακοινώνοντας ότι σε μόλις 2 εβδομάδες, στις 4 Σεπτεμβρίου, το πολυαναμενόμενο sequel του Hollow Knight θα είναι διαθέσιμο σε όλα τα ψηφιακά καταστήματα. Ακολούθησε ενθουσιασμος από τους gamers, γκρίνια από τα ειδησεογραφικά γιατί δεν είχαν νωρίτερα κάποια κόπια ώστε να γράψουν τα review τους, και πανικός στη βιομηχανία, καθότι αναγκάστηκαν πολλοί να μετακινήσουν τις ημερομηνίες κυκλοφορίας των τίτλων τους για να μην πέσουν πάνω στο Silksong. Ποιος θα ήθελε άλλωστε να κυκλοφορίσει δίπλα από το “GTA 6 των indies“, όπως το έχουν χαρακτηρίσει;

Μπορεί το marketing να μην είναι το δυνατό σημείο της Team Cherry, όμως αυτή η εταιρεία, που αποτελείται κατά βάση από 3 developers, κάτι κάνει καλά τελικά. Δεν είναι τυχαίο ότι κράσαραν όλα τα ψηφιακά καταστήματα στα 15 πρώτα λεπτά κυκλοφορίας του με τους χρήστες να αδυνατούν να το κατεβάσουν.

Άξιζε λοιπόν όλο αυτό το hype για έναν τίτλο που περιμέναμε 7 χρόνια; Έχοντας καλύψει περίπου 20 ώρες εξερεύνησης και gaming μαζοχισμού, αυτή είναι η άποψή μας για ένα από τα πιο αναμενόμενα παιχνίδια της χρονιάς.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Το Silksong δεν είναι το παιχνίδι που θα βάλετε γυρνώντας το βράδυ από τη δουλειά για να χαλαρώσετε. Όσοι έχετε παίξει το πρώτο Hollow Knight, γνωρίζετε ακριβώς για τι πράγμα μιλάω. Βρίσκω την τοποθέτησή του στο genre των metroidvania αρκετά debatable, καθώς θεωρώ οτι το μόνο κοινό που έχει με παιχνίδια όπως το Metroid είναι ο βασικός 2d σκελετός και το gated exploration στοιχείο (χάρτης που ξεκλειδώνει σταδιακά με την πρόοδό σου). Το παιχνίδι έχει περισσότερα κοινά με τα souls-like παιχνίδια, κάτι που μπορεί να κάνει την εμπειρία είτε εθιστική, είτε βασανιστική. Ή και τα δύο.

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, έχω αφήσει την Hornet να ξεκουράζεται σε ένα παγκάκι, έχοντας χάσει όλα της τα rosaries από το boss που βρίσκεται δύο επίπεδα πιο πάνω. Έκανα τη διαδρομή παγκάκι-boss αμέτρητες φορές, σπαταλώντας περίπου 2 ώρες, να πηγαινοέρχομαι, να τρώω ξύλο, να χάνω τα rosaries που με κόπο απόκτησα σκοτώνοντας εχθρούς (και που είναι οι βασικοί πόροι σου ώστε να αγοράζεις items και να κάνεις upgrade), να ξαναπηγαίνω να παίρνω πισω τα rosaries και να τα ξαναχάνω αφού ακόμα μια φορά το boss με τσάκισε. Η Μέρα της Μαρμότας.

Κι όμως, η αίσθηση της νίκης όταν αυτή έρθει, είναι τόσο γλυκιά, που νιώθεις οτι επιβραβεύεσαι για όλα τα βασανιστήρια που πέρασες. Αυτή ειναι η βασική αρχή που είναι χτισμένα λίγο πολύ όλα τα souls-like παιχνίδια: Η αίσθηση οτι τα skills σου ως gamer, ανέβηκαν level. Φυσικά, τα παιχνίδια αυτά δεν είναι για όλους. Χρειάζεται να διαθέτει κάποιος πολλή υπομονή και πειθαρχία, κάτι που με κάνει να απορώ βέβαια με εμένα, καθώς δε διαθέτω τίποτα από τα δύο.

Όπως και το πρώτο παιχνίδι, το Silksong περιλαμβάνει ένα πλούσιο lore, το οποίο μπορείτε να εξερευνήσετε είτε μέσω διαλόγων (text), είτε μέσω items. Το παιχνίδι διαδραματίζεται στο βασίλειο Pharloom, ένα μέρος άγνωστο στην Hornet. Η θεματική του κόσμου περιστρέφεται γύρω από δύο κυρίαρχες δυνάμεις / μοτίβα: το μετάξι (silk) και το τραγούδι (song), δύο μυστηριώδεις δυνάμεις που επηρεάζουν τον κόσμο, τον πολιτισμό και τους κάτοικους του Pharloom. Υπάρχει μία ανώτερη οντότητα που σχετίζεται με τη Citadel του Pharloom, και αυτή αποτελεί κορυφαίο σημείο στο lore και τον στόχο της ιστορίας.

Η σχέση της Hornet με το μετάξι (silk) είναι θεμελιώδης: παράγει silk (ή συνδέεται με αυτό), και αυτό συνδέεται με την καταγωγή της και με το lore του Pharloom.Το παιχνίδι ξεκινά με την Hornet να αιχμαλωτίζεται και να μεταφέρεται στο Pharloom. Από εκεί ξεκινά η “ανάβασή της” προς την Citadel, ανακαλύπτοντας σταδιακά τα μυστικά του βασιλείου. Η Hornet έχει μια προσωπική αποστολή, χωρίς να έχει αποκαλυφθεί πλήρως ποια είναι, και υπάρχει ενδιαφέρον για την καταγωγή της, γιατί το Pharloom τη “θέλει” και τι σημασία έχει η σχέση της με τους Weavers και με το silk.

Στον οπτικό τομέα το παιχνίδι είναι ένα έργο τέχνης. Όπως και ο προκάτοχός του, σχεδόν όλα όσα βλέπετε στην οθόνη σας είναι ζωγραφισμένα στο χέρι. Τα εντυπωσιακά γραφικά του δημιουργήθηκαν μέσω παραδοσιακού animation και χειροποίητων assets, τα οποία στη συνέχεια ζωντανέψανε μέσα στη μηχανή γραφικών του παιχνιδιού χρησιμοποιώντας σύγχρονα vfx όπως particles και δυναμικό φωτισμό. Αυτό επιτεύχθηκε χρησιμοποιώντας ψηφιακά εργαλεία όπως το Photoshop. H μοναδική του αισθητική, έχει συμβάλλει στις διθυραμβικές κριτικές που έχουν λάβει και τα δυο παιχνίδια για το οπτικό τους κομμάτι. Το παιχνίδι τρέχει σε ένα απολαυστικό 4K στα 60fps αν έχετε PS5 ή Xbox Series X, ενώ στα Switch 2, PS5 Pro και PC μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 120 fps. Μέχρι στιγμής το παιχνίδι τρέχει άψογα, δεν έχω συναντήσει κανένα bug, frame drop ή crash.

Πίσω από το υπέροχο soundtrack του παιχνιδιού βρίσκεται ο Christopher Larkin, ο οποίος είχε γράψει και τη μουσική για το πρώτο Hollow Knight. Η μουσική έχει όρχηστρικό χαρακτήρα και αρκετά ποικιλόμορφη ατμόσφαιρα: από μελαγχολικές και ατμοσφαιρικές μελωδίες, μέχρι μάχες με δυναμικά θέματα, πιο έντονες αρμονίες και μουσικά κρεσέντο. Τα sound effects περιλαμβάνουν περισσότερους οργανικούς ήχους απ’ότι το πρώτο παιχνίδι κάνοντας την ακουστική εμπειρία πλουσιότερη και πιο immersive.

To gameplay του παιχνιδιού κινείται στα βήματα του πρώτου Hollow Knight, με αυξημένη δυσκολία όμως από τα πρώτα κιόλας επίπεδα. Από την αρχή φαίνεται ότι το Silksong είναι πιο απαιτητικό, πιο ανταγωνιστικό και με πιο challenging μάχες σε σχέση με τον προκάτοχό του. Ενώ στο πρώτο παιχνίδι η δυσκολία ανέβαινε progressively καθώς ο χαρακτήρας δυνάμωνε, εδώ σε πετάει κάπως απότομα σε εχθρούς που είναι υπερβολικά δύσκολοι να αντιμετωπίσεις. Αυτό είναι και ένα από τα παράπονα των παικτών, όταν το συγκρίνουν με το προηγούμενο παιχνίδι. Παρ’ όλα αυτά, έχουν προστεθεί περισσότερα checkpoints (benches) σε σημεία, που μετριάζει κάπως τη δυσκολία.

Ωστόσο, η Hornet είναι περισσότερο ευκίνητη από τον Hollow Knight, με πολλά περισσότερα abilities, που αποκτούνται σταδιακά στο παιχνίδι. Η κίνησή της περιλαμβάνει περισσότερο “flow”- άλματα, επιθέσεις, edge-grabs κ.α., που επιτρέπουν πιο γρήγορο traversal και περισσότερη ευελιξία και επιλογές στη μάχη.

Αντί για το Soul του πρώτου παιχνιδιού, εδώ έχουμε το Silk που γεμίζει καθώς επιτεθόμαστε σε εχθρούς. Όταν γεμίσει, μπορούμε να κάνουμε Bind (heal), που επαναφέρει 2 μάσκες υγείας, περισσότερες απ’ ό,τι το Focus/Meditation του πρώτου.

Το παιχνίδι εισάγει το σύστημα με τα Crests που αντικαθιστά τα charms, από το πρώτο παιχνίδι. Τα Crests έχουν sockets,για “εργαλεία” (tools) που αλλάζουν το στυλ της μάχης. Τα Tools μπορεί να είναι βέλη, παγίδες, ή άλλες κινήσεις, με ποικιλία επιλογών για το πώς θα αντιμετωπίσουμε τους εχθρούς.

Οι εχθροί είναι “έξυπνότεροι” – χρησιμοποιούν block και counter attacks και δεν είναι απλώς χαρακτήρες που επιτίθενται αδιάκοπα, ενώ οι μάχες απαιτούν πιο προσεκτική στρατηγική και χρήση των εργαλείων και τον δεξιοτήτων που έχουμε αποκτήσει.

Στο κομμάτι του exploration και των quests, ο κόσμος του Pharloom είναι ζωντανός, με ποικιλία περιοχών και περιβάλλοντα πιο φωτεινά και διαφορετικά απ’ τον σκοτεινό, υπόγειο τόνο του Hallownest. Τα side quests (wishes) ανήκουν σε κατηγορίες όπως Gather, Hunt, Wayfarer, Grand Hunt, όπου πρέπει να κυνηγήσεις, να συλλέξεις, ή να πολεμήσεις, ώστε να τα ολοκληρώσεις. Το exploration έχει ανταμοιβές, που μπορεί να είναι είτε rosaries, είτε items που θα σε βοηθήσουν να χτίσεις περισσότερο armor/strength. Και όπως και στο πρώτο παιχνίδι, πολλά μυστικά και περιοχές που δεν είναι προσβάσιμες αμέσως, απαιτούν νέα items/ικανότητες για να μπορέσεις να μπεις.

Η γενική αίσθηση του παιχνιδιού είναι πώς όσο περνάνε οι ώρες και κάνεις advance, αισθάνεσαι πιο δυνατός και ευέλικτος. Οι μάχες ωστόσο, όπως είπαμε παραπάνω, είναι πιο έντονες και απαιτούν από εμάς συνδυασμούς, combos, σωστό timing για το healing και μερικές φορές μια “χορογραφημένη” στρατηγική για να νικήσεις τον εχθρό. Υπάρχει μια σχετικά καλή ισορροπία ανάμεσα σε “πρόκληση” και “ικανοποίηση” όταν νικάμε ένα boss καθώς τις περισσότερες φορές μας ανοίγει ένα κομμάτι του χάρτη που θα μας οδηγήσει σε μια νέα ικανότητα για το οπλοστάσιό μας.

Όσον αφορά στη διάρκεια του παιχνιδιού, υπολογίστε περίπου 20-25 ώρες για το main story, γύρω στις 30 ώρες αν θέλετε να κάνετε και exploration, ενώ για το 100% του παιχνιδιού θα δαπανήσετε περίπου 50-55 ώρες. Αν καταφέρετε να κάνετε beat το παιχνίδι σε λιγότερο από 30 ώρες (right….), θα πάρετε κι ένα σχετικό achievement.

Το παιχνίδι έγινε διαθέσιμο στην εξαιρετικά χαμηλή τιμή των 19.99 ευρώ για όλες τις πλατφόρμες. Εδώ θα μας επιτρέψετε να δώσουμε εύσημα στην εταιρεία (κι ας τα έκαναν λίγο μπάχαλο με την κυκλοφορία και το marketing plan τους) καθώς θα μπορούσαν να εκμεταλευτούν το hype και να δώσουν το παιχνίδι ακόμα και στη διπλάσια τιμή, ξέροντας ότι θα το αγοράσουν σχεδόν όλοι. Αντιθέτως, προτίμησαν να κρατήσουν το κόστος χαμηλά, για να είναι προσβάσιμο σε όλους. Είναι πολύ όμορφο να νιώθεις ότι η εταιρεία σε σέβεται και σαν καταναλωτή αλλά και ως παίκτη, και φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις η gaming κοινότητα το ανταποδίδει και με το παραπάνω. Δεν είναι τυχαίο που το παιχνίδι έχει “κερδίσει” ακόμα και κάποιους “πειρατές”, οι οποίοι παρακίνησαν τους καταναλωτές να στηρίξουν το παιχνίδι αγοράζοντάς το.

Από την άλλη, η χαμηλή αυτή τιμή έχει ανοίξει συζητήσεις στη βιομηχανία, καθώς το Silksong δίνει πολύ περισσότερο υλικό από το σύνηθες, σε αυτήν την τιμή, και κάποια άλλα ανεξάρτητα studios προβληματίζονται για την τιμή που θα πρέπει να διαθέσουν δικούς τους τίτλους και τι θα σημαίνει αυτό για τα έσοδά τους.

Το Hollow Knight: Silksong αποδεικνύει ότι η βιομηχανία δεν χρειάζεται να στηρίζεται αποκλειστικά σε πανάκριβα ΑΑΑs, αλλά και σε indie παραγωγές που με πάθος και δημιουργικότητα καταφέρνουν να σταθούν στο ίδιο –αν όχι σε ανώτερο– επίπεδο. Όμως παρά τη γοητεία του, δεν είναι ένα παιχνίδι για όλους. H υψηλή του δυσκολία μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους αναζητούν πιο casual gaming εμπειρίες. Ωστόσο, για εκείνους που θα τολμήσουν να βυθιστούν στον κόσμο του Pharloom, το Silksong χαρίζει μια ολοκληρωμένη, ατμοσφαιρική και αξέχαστη περιπέτεια που επιβεβαιώνει τη θέση του ως ένα από τα σημαντικότερα indie διαμαντάκια των τελευταίων ετών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *